Η αποτυχημένη Συμφωνία
Το βράδι της μεγάλης πρόβας. Μπαίνουν,άφωνα χελιδόνια, οι μουσικοίμαυροντυμένοι, με τ' ολάσπρο στήθος,με μια βιασύνη αργή και νευρική.
Οι κριτικοί με την καρδιά κλεισμένηεπίσημα σ' ένα πλαστρόν σκληρό,ανησυχούν τι θάπρεπε να πούνεγια ένα ταλέντο τόσο νεαρό.
Ο μουσουργός μαζί με δυο κυρίους,ένα παιδί χαριτωμένο εκείκαι τίποτε άλλο, δεν μπορεί να πείσηπως θα παιχθή δική του μουσική.
Κ' έχει μια ανησυχία, με τη σκέψηπως είναι αλήθειες τόσο σκοτεινές,δύσκολες κι' αφανέρωτες που μοιάζουνσαν τις λησμονημένες ζωντανές.
Νταν! ' Τα παραπετάσματα κινούνταισα νέφη σκοτεινά που υποχωρούνκαι φαίνονται τα χέρια μιας γυναίκαςπου ψάχνουν στο κενό και προχωρούν. '
Νάτη, στο μέσο της σκηνής που στέκειμ' ένα γαλήνιο μέτωπο. Γελάτόσο γλυκά. Στο πρόσωπό της τρέχειένα μεγάλο δάκρυ, ενώ γελά
τόσο γλυκά. ' Τα χέρια της υψώνειδεμένα στο κενό, σαν ξαφνικόκακό να την εχτύπησε, λυγίζεισ' ένα χορό τρελλό, δαιμονικό
κι' αφήνει μια φωνή σαν πελαγήσιαβουή· κάτι από μάκρη, από βαθιάπου φτάνει κ' είναι δρόσος κι' αρμονία. 'Βροχή των δοξαριώνε χρυσαφιά.
Κάτι σαν τη φωνή του σπίνου. Φέγγει,το χείλος της καρπός χειμωνικόςκαι σκύβει και φιλεί τη γη σα νάτανο ξεχασμένος τάφος ο γλυκός. '
Τα χείλη της σαλεύουν. Τρεμουλιάζεισύσσωμη, ένα ανοιξιάτικο κλαρίκι' όταν ανοίξη τα κλεισμένα μάτιαόλη καθώς το μέταλλο αναρρεί.
Και πέφτει μ' ένα βόγγο πληγωμένουενώ τα χείλη της γελούν γλυκά. 'Τα χέρια της μέσ' στο κενό σφαδάζουν,δυο χέρια σκλαβωμένα, ερημικά.
Και χάνονται πίσω από τα γαλάζιαπαραπετάσματα που προχωρούνσαν πνεύματα γαλήνια που περνούνεχωρίς ν' ανησυχούνε και ν' απορούν.
Οι κριτικοί κινούν βουβά τα χείλησαν μ' ακαταδεξία: τι λες εκεί!Κι ανησυχούν στ' αλήθεια τι θα πούνε...«Μια τόσο δίχως χρώμα μουσική»!
Δημοσιεύτηκε στην «Πνοή» το 1930
Comentarios
Cargando comentarios…