Ένας Θεός των

Όταν κανένας των περνούσεν απ' της Σελευκείαςτην αγορά, περί την ώρα που βραδυάζει,σαν υψηλός και τέλεια ωραίος έφηβος,με την χαρά της αφθαρσίας μες στα μάτια,με τ' αρωματισμένα μαύρα του μαλλιά,οι διαβάται τον εκύτταζανκι ο ένας τον άλλονα ρωτούσεν αν τον γνώριζε,κι αν ήταν Έλλην της Συρίας, ή ξένος. Αλλά μερικοί,που με περισσοτέρα προσοχή παρατηρούσαν,εκαταλάμβαναν και παραμέριζαν·κ' ενώ εχάνετο κάτω απ' τες στοές,μες στες σκιές και μες στα φώτα της βραδυάς,πηαίνοντας προς την συνοικία που την νύχταμονάχα ζει, με όργια και κραιπάλη,και κάθε είδους μέθη και λαγνεία,ερέμβαζαν ποιος τάχα ήταν εξ Αυτών,και για ποιαν ύποπτην απόλαυσί τουστης Σελευκείας τους δρόμους εκατέβηκεναπ' τα Προσκυνητά, Πάνσεπτα Δώματα.

Comments

Loading comments…