Δημητρίου Σωτήρος (162-150 π.Χ.)

Κάθε του προσδοκία βγήκε λανθασμένη!

Φαντάζονταν έργα να κάμει ξακουστά,να παύσει την ταπείνωσι που απ’ τον καιρό της μάχηςτης Μαγνησίας την πατρίδα του πιέζει.Να γίνει πάλι κράτος δυνατό η Συρία,με τους στρατούς της, με τους στόλους της,με τα μεγάλα κάστρα, με τα πλούτη.

Υπέφερε, πικραίνονταν στην Ρώμησαν ένοιωθε στες ομιλίες των φίλων του,της νεολαίας των μεγάλων οίκων,μες σ’ όλην την λεπτότητα και την ευγένειαπου έδειχναν σ’ αυτόν, του βασιλέωςΣελεύκου Φιλοπάτορος τον υιό—σαν ένοιωθε που όμως πάντα υπήρχε μια κρυφήολιγωρία για τες δυναστείες τες ελληνίζουσες·που ξέπεσαν, που για τα σοβαρά έργα δεν είναι,για των λαών την αρχηγία πολύ ακατάλληλες.Τραβιούνταν μόνος του, κι αγανακτούσε, κι όμνυεπου όπως τα θαρρούν διόλου δεν θάναι·ιδού που έχει θέλησιν αυτός·θ’ αγωνισθεί, θα κάμει, θ’ ανυψώσει.

Αρκεί να βρει έναν τρόπο στην Ανατολή να φθάσει,να κατορθώσει να ξεφύγει από την Ιταλία—κι όλην αυτήν την δύναμι που έχειμες στην ψυχή του, όλην την ορμήναυτή θα μεταδώσει στον λαό.

Ά στην Συρία μονάχα να βρεθεί!Έτσι μικρός απ’ την πατρίδα έφυγεπου αμυδρώς θυμούνταν την μορφή της.Μα μες στην σκέψι του την μελετούσε πάντασαν κάτι ιερό που προσκυνώντας τό πλησιάζεις,σαν οπτασία τόπου ωραίου, σαν όραμαελληνικών πόλεων και λιμένων.—

Και τώρα;Τώρα απελπισία και καϋμός.Είχανε δίκιο τα παιδιά στην Ρώμη.Δεν είναι δυνατόν να βασταχθούν η δυναστείεςπου έβγαλε η Κατάκτησις των Μακεδόνων.

Αδιάφορον: επάσχισεν αυτός,όσο μπορούσεν αγωνίσθηκε.Και μες στην μαύρη απογοήτευσί του,ένα μονάχα λογαριάζει πιαμε υπερηφάνειαν· που, κι εν τη αποτυχία του,την ίδιαν ακατάβλητην ανδρεία στον κόσμο δείχνει.

Τ’ άλλα— ήσαν όνειρα και ματαιοπονίες.Αυτή η Συρία— σχεδόν δεν μοιάζει σαν πατρίς του,αυτή είν’ η χώρα του Ηρακλείδη και του Βάλα.

Comments

Loading comments…