Δύο νέοι, 23 έως 24 ετών

Ἀπ’ τὲς δεκάμισυ ἤτανε στὸ καφενεῖον,καὶ τὸν περίμενε σὲ λίγο νὰ φανεῖ.Πῆγαν μεσάνυχτα— καὶ τὸν περίμενεν ἀκόμη.Πῆγεν ἡ ὥρα μιάμισυ ˚ εἶχε ἀδειάσειτὸ καφενεῖον ὁλοτελῶς σχεδόν.Βαρέθηκεν ἐφημερίδες νὰ διαβάζειμηχανικῶς. Ἀπ’ τὰ ἔρημα, τὰ τρία σελίνια τουἔμεινε μόνον ἕνα: τόση ὥρα ποὺ περίμενεξόδιασε τ’ ἄλλα σὲ καφέδες καὶ κονιάκ.Κάπνισεν ὅλα του τὰ σιγαρέτα.Τὸν ἐξαντλοῦσε ἡ τόση ἀναμονή. Γιατίκιόλας μονάχος ὅπως ἦταν γιὰ ὧρες, ἄρχισαννὰ τὸν καταλαμβάνουν σκέψεις ὀχληρὲςτῆς παραστρατημένης του ζωῆς.

Μὰ σὰν εἶδε τὸν φίλο του νὰ μπαίνει— εὐθὺςἡ κούρασις, ἡ ἀνία, ἡ σκέψεις φύγανε.

Ὁ φίλος του ἔφερε μιὰ ἀνέλπιστη εἴδησι.Εἶχε κερδίσει στὸ χαρτοπαικτεῖον ἑξήντα λίρες.

Τὰ ἔμορφά τους πρόσωπα, τὰ ἐξαίσιά τους νειάτα,ἡ αἰσθητικὴ ἀγάπη ποὺ εἶχαν μεταξύ τους,δροσίσθηκαν, ζωντάνεψαν, τονώθηκανἀπ’ τὲς ἑξήντα λίρες του χαρτοπαικτείου.

Κι ὅλο χαρὰ καὶ δύναμις, αἴσθημα κι ὡραιότηςπήγαν— ὄχι στὰ σπίτια τῶν τιμίων οἰκογενειῶν τους(ὅπου, ἄλλωστε, μήτε τοὺς θέλαν πιά):σ’ ἕνα γνωστό τους, καὶ λίαν εἰδικό,σπίτι τῆς διαφθορᾶς πήγανε καὶ ζητῆσανδωμάτιον ὕπνου, κι ἀκριβὰ πιοτά, καὶ ξαναήπιαν.

Καὶ σὰν σωθῆκαν τ’ ἀκριβὰ πιοτά,καὶ σὰν πλησίαζε πιὰ ἡ ὥρα τέσσερες,στὸν ἔρωτα δοθῆκαν εὐτυχεῖς.

Comments

Loading comments…