Η κηδεία του Σαρπηδόνος

Βαρυάν οδύνη έχει ο Ζεύς. Τον Σαρπηδόναεσκότωσεν ο Πάτροκλος· και τώρα ορμούνο Μενοιτιάδης κ' οι Αχαιοί το σώμαν' αρπάξουνε και να το εξευτελίσουν.

Αλλά ο Ζεύς διόλου δεν στέργει αυτά.Το αγαπημένο του παιδί - που το άφισεκαι χάθηκεν· ο Νόμος ήταν έτσι -τουλάχιστον θα το τιμήσει πεθαμένο.Και στέλνει, ιδού, τον Φοίβο κάτω στην πεδιάδαερμηνευμένο πώς το σώμα να νοιασθεί.

Του ήρωος τον νεκρό μ' ευλάβεια και με λύπησηκώνει ο Φοίβος και τον πάει στον ποταμό.Τον πλένει από τες σκόνες κι απ' τα αίματα·κλείει τες φοβερές πληγές, μη αφίνονταςκανένα ίχνος να φανεί· της αμβροσίαςτ' αρώματα χύνει επάνω του· και με λαμπράΟλύμπια φορέματα τον ντύνει.Το δέρμα του ασπρίζει· και με μαργαριταρένιοχτένι κτενίζει τα κατάμαυρα μαλλιά.Τα ωραία μέλη σχηματίζει και πλαγιάζει.

Τώρα σαν νέος μοιάζει βασιλεύς αρματηλάτης -στα εικοσιπέντε χρόνια του, στα εικοσιέξη -αναπαυόμενος μετά που εκέρδισε,μ' άρμα ολόχρυσο και ταχυτάτους ίππους,σε ξακουστόν αγώνα το βραβείον.

Έτσι σαν που τελείωσεν ο Φοίβοςτην εντολή του, κάλεσε τους δυο αδελφούςτον Ύπνο και τον Θάνατο, προστάζοντάς τουςνα παν το σώμα στην Λυκία, τον πλούσιο τόπο.

Και κατά εκεί τον πλούσιο τόπο, την Λυκίατούτοι οδοιπόρησαν οι δυό αδελφοίΎπνος και Θάνατος, κι όταν πια έφθασανστην πόρτα του βασιλικού σπιτιούπαρέδοσαν το δοξασμένο σώμα,και γύρισαν στες άλλες τους φροντίδες και δουλειές.

Κι ως τόλαβαν αυτού, στο σπίτι, αρχίνησεμε συνοδείες, και τιμές και θρήνους,και μ' άφθονες σπονδές από ιερούς κρατήρας,και μ' όλα τα πρεπά η θλιβερή ταφή·κ' έπειτα έμπειροι απ' την πολιτείαν εργάται,και φημισμένοι δουλευταί της πέτραςήλθανε κ' έκαμαν το μνήμα και την στήλη.

Comments

Loading comments…