Να μείνει

Η ώρα μια την νύχτα θάτανε,ή μιάμισυ.

Σε μια γωνιά του καπηλειού·πίσω απ’ το ξύλινο το χώρισμα.Εκτός ημών των δυο το μαγαζί όλως διόλου άδειο.Μια λάμπα πετρελαίου μόλις το φώτιζε.Κοιμούντανε, στην πόρτα, ο αγρυπνισμένος υπηρέτης.

Δεν θα μας έβλεπε κανείς. Μα κιόλαςείχαμεν εξαφθεί τόσο πολύ,που γίναμε ακατάλληλοι για προφυλάξεις.

Τα ενδύματα μισοανοίχθηκαν — πολλά δεν ήσανγιατί επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας.

Σάρκας απόλαυσις ανάμεσαστα μισοανοιγμένα ενδύματα·γρήγορο σάρκας γύμνωμα — που το ίνδαλμά τουείκοσι έξι χρόνους διάβηκε· και τώρα ήλθενα μείνει μες στην ποίησιν αυτή.

Comments

Loading comments…