Ο Θεόδοτος
Ἄv εἶσαι ἀπ’ τοὺς ἀληθινὰ ἐκλεκτοὺςτὴν ἐπικράτησί σου κύτταζε πῶς ἀποκτᾶς.Ὅσο κι ἂν δοξασθεῖς, τὰ κατορθώματά σουστὴν Ἰταλία καὶ στὴν Θεσσαλίαὅσο κι ἂν διαλαλοῦν ἡ πολιτεῖες,ὅσα ψηφίσματα τιμητικὰκι ἂν σ’ ἔβγαλαν στὴν Ρώμη οἱ θαυμασταί σου,μήτε ἡ χαρά σου, μήτε ὁ θρίαμβος θὰ μείνουν,μήτε ἀνώτερος—τί ἀνώτερος;—ἄνθρωπος θὰ αἰσθανθεῖς,ὅταν, στὴν Ἀλεξάνδρεια, ὁ Θεόδοτος σὲ φέρειἐπάνω σὲ σινὶ αἱματωμένο,τοῦ ἀθλίου Πομπηΐου τὸ κεφάλι.
Καὶ μὴ ἐπαναπαύεσαι ποῦ στὴν ζωή σουπεριωρισμένη, τακτοποιημένη, καὶ πεζὴτέτοια θεαματικὰ καὶ φοβερὰ δὲν ἔχει.Ἴσως αὐτὴν τὴν ὥρα εἰς κανενὸς γειτόνου σουτὸ νοικοκερεμένο σπίτι μπαίνει—ἀόρατος, ἄϋλος — ὁ Θεόδοτοςφέρνοντας τέτοιο ἕνα φρικτὸ κεφάλι.
Comments
Loading comments…