Ρωτούσε για την ποιότητα

Απ’ το γραφείον όπου είχε προσληφθείσε θέσι ασήμαντη και φθηνοπληρωμένη(ώς οκτώ λίρες το μηνιάτικό του: με τα τυχερά)βγήκε σαν τέλεψεν η έρημη δουλειάπου όλο το απόγευμα ήταν σκυμένος:βγήκεν η ώρα επτά, και περπατούσε αργάκαι χάζευε στον δρόμο.— Έμορφος·κ’ ενδιαφέρων: έτσι που έδειχνε φθασμένοςστην πλήρη του αισθησιακήν απόδοσι.Τα είκοσι εννιά, τον περασμένο μήνα τα είχε κλείσει.

Εχάζευε στον δρόμο, και στες πτωχικέςπαρόδους που οδηγούσαν προς την κατοικία του.

Περνώντας εμπρός σ’ ένα μαγαζί μικρόόπου πουλιούνταν κάτι πράγματαψεύτικα και φθηνά για εργατικούς,είδ’ εκεί μέσα ένα πρόσωπο, είδε μια μορφήόπου τον έσπρωξαν και εισήλθε, και ζητούσετάχα να δει χρωματιστά μαντήλια.

Ρωτούσε για την ποιότητα των μαντηλιώνκαι τι κοστίζουν με φωνή πνιγμένη,σχεδόν σβυσμένη απ’ την επιθυμία.Κι ανάλογα ήλθαν η απαντήσεις,αφηρημένες, με φωνή χαμηλωμένη,με υπολανθάνουσα συναίνεσι.

Όλο και κάτι έλεγαν για την πραγμάτεια — αλλάμόνος σκοπός: τα χέρια των ν’ αγγίζουνεπάνω απ’ τα μαντήλια· να πλησιάζουντα πρόσωπα, τα χείλη σαν τυχαίως·μια στιγμιαία στα μέλη επαφή.

Γρήγορα και κρυφά, για να μη νοιώσειο καταστηματάρχης που στο βάθος κάθονταν.

Comments

Loading comments…