Το τραγούδι του Λίνου

ΚΑΤΙ πεθαίνει μέσα μουΚαι σβήνει σα λουλούδι,Κάτι πεθαίνει γύρω μουΚαι κλαίγει σαν τραγούδι

Κλαίνε στους κλώνους τα πουλιά,Τα φύλλα κλαίνε μες στα δάση,Κάτι πεθαίνει ολόγυραΣτη μαραμένη πλάση.

Κάτι πεθαίνει μέσα μουΚαι σβήνει σα λουλούδι,Κάτι λαλεί τριγύρω μουΤου Λίνου το τραγούδι.

∗ ∗ ∗

ΣΤΑ ρόδα του χινόπωρουΠου κλαιν οι μαραμένοι πόθοιΠετάει η ψυχή μου αλάρφανηΚαι τον καημό της κλώθει.

Μες στα περβόλια τ’ άνανθαΠο’ ‘χει ο βοριάς μαράνειΒλασταίνει πάντα αμάραντοΤου πόνου το βοτάνι.

Στης μαύρης λίμνης το γιαλόΠου ξεψυχάει βουβό το κύμαΣέρνονται ονείρατα νεκράΤα νούφαρα στο κρύο το μνήμα.

Και μες στο δάσος το χλωμόΠου πέφτουνε ξερά τα φύλλαΤο ερωτικό τραγούδι τηςΣωπαίνει τώρα η Φιλομήλα.

Στα ρόδα του χινόπωρουΠου κλαιν οι μαραμένοι πόθοιΠετάει η ψυχή μου ολάρφανηΚαι τον καημό της κλώθει.

∗ ∗ ∗

ΤΗ νύφη τη χρυσόμαλλη,Τη λυγερήν ΑμαδρυάδαΠου τα φαιδρά τραγούδια τηςΞυπνούσαν την κοιλάδα,

Μαζί με τη θεόρατηΒελανιδιά που είχε παλάτιΜοίρα κακή την έσυρεΣτου χάρου το κρεβάτι.

Κάποια τη μοιρολόγησεΠαραπονιάρικη φλογέραΚαι τ’ αγρικήσαν τα νεράΠου γοργοτρέχαν εκεί πέρα

Και τ’ αγρικήσαν τα πουλιάΠου κελαηδούσανε στα κλώνιαΚαι τώρα κλαίνε τα νεράΚαι κλαίνε τώρα, κλαιν τ’ αηδόνια

Τη νύφη τη χρυσόμαλλη,Τη λυγερήν ΑμαδρυάδαΠου τα φαιδρά τραγούδια τηςΞυπνούσαν την κοιλάδα.

∗ ∗ ∗

ΜΕΣ σε αχνοσύγνεφα απαλάΑπαλά σαβανωμένηΣ’ έχω στα βάθη της ψυχήςΓλυκά αποκοιμισμένη.

Κι έχω σωριάσει απάνω σουΚαι γύρω σου σκορπίσειΤις μυρουδιές και τους ανθούςΠου σ’ έχουνε γεννήσει,

Κι έχω κλεισμένα εκεί βαθιάΚρυφό νανούρισμά σουΤ’ αηδόνια που κελάηδησανΈναν καιρό την ομορφιά σου.

Μες σε αχνοσύγνεφα απαλάΑπαλά σαβανωμένηΣ’ έχω στα βάθη της ψυχήςΓλυκά αποκοιμισμένη.

∗ ∗ ∗

ΕΚΕΙ στου Λάτμου την ερμιά,Που κλαιν τις νύχτες, κλαιν τ’ αηδόνια,Παλιό η Σελήνη πόθο τηςΖητάει καιρούς και χρόνια.

Εκεί στου Λάτμου την ερμιάν,Όπου ο χλωμός λωτός πεθαίνει,Κάποιο χαμένον όνειροΖητάει η Σελήνη ερωτεμένη.

Εκεί ότου Λάτμου την ερμιά,Που σέρνεται θολό ένα κύμα,Κλαίγει η Σελήνη ολονυχτίςΚάποιο κρυφό της κρίμα.

Εκεί ότου Λάτμου την ερμιά,Που οι φοινικιές μαδούνε στρώμα,Κάποιο παλιό της μυστικόΖητάει η φτωχή Σελήνη ακόμα.

∗ ∗ ∗

Η φτωχή φλογέρα που μ’ ανθούςΚαι κύτισους στεφανωμένηΤραγούδαε την αγάπη σουΜιαν άνοιξη ανθισμένη

Μες στα ξανθά τα δειλινάΚαι στα γλαυκά τα βράδιαΚι οι βρύσες την εζήλευανΤριγύρω στα λαγκάδια,

Στο ποταμάκι που θολόΜες στο λιβάδι ρέειΚαι του καιρού το πέρασμαΚαι τα λουλούδια κλαίει,

Έρμη εκεί πέρα στην οχτιάΝα κείτεται την είδα,Βουβή μες στα ξερόφυλλα,Χλωμή μου Αμαρυλλίδα,

Η φτωχή φλογέρα που μ’ ανθούςΚαι κύτισους στεφανωμένηΤραγούδαε την αγάπη σουΜιαν άνοιξη ανθισμένη.

∗ ∗ ∗

ΠΕΡΑ στον έρμο το γιαλό,Μες στων δασών τ’ ανήλια βύθη,Στέκει παλάτι μαγικό·—Έτσι το λέει το παραμύθι.—

Γύρω πουλάκι δε λαλεί,Γύρω λουλούδι δε φυτρώνει,Άκαρπος σέρνεται ο κισσόςΣτους μαύρους τοίχους και ριζώνει.

Βουβό το κύμα στο γιαλό,Νεκρό το αγέρι γύρα,Τα παραθύρια σφαλιστά,Χορταριασμένη η θύρα

Και μέσα χρόνια και καιρούςΒασιλοπούλα κοιμισμένηΝαν την ξυπνήσει κάποιονεΤραγουδιστή προσμένει…

∗ ∗ ∗

ΠΕΡΝΟΥΝ τα χρόνια κι οι καιροί…Και να μια αυγή, μια μέραΠου ένας σκοπός, γλυκός σκοπόςΓλυκά ταράζει τον αγέρα.

Ξυπνούν λουλούδια και πουλιά,Μα δεν ξυπνάει κι η κοιμισμένηΚι ω μαύρη μοίρα! απ’ τον καημόΟ τραγουδιστής πεθαίνει.

Και πάλε πέφτουνε νεκράΆνθια, πουλιά κι αγέρι γύρα,Τα παραθύρια σφαλιστά,Χορταριασμένη η θύρα

Κι η κόρη πάντα αξύπνητη…Μα στην ερμιά τη μαγεμένηΚάποιος αντίλαλος κρυφόςΑπ’ το τραγούδι ακόμα μένει.

∗ ∗ ∗

ΣΤΟΝ κήπο που ωριοπρόβαλεςΜια αυγή χρυσή του ΜάηΣέρνοντας ίμερους γλυκούςΚαι τρελούς πόθους πλάι,

Στον κήπο που σε αντίκρισεΓλυκόλαλος μια μέρα,Που η βρύση σου τραγούδαγεΚαι σε υμνολόγαγε η φλογέρα,

Στον κήπον όπου σώρανεΤο διάβα σου ανθισμένοςΚαι λούφαζεν ο ΣάτυροςΣτο θόλο του κρυμμένος,

Τώρα νεκρά στρωθήκανε,Σωρός τα ρόδα χάμουΚαι σμίγουν το παράπονονΗ βρύση κι η καρδιά μου.

Τώρα γδυμνός ο ΣάτυροςΣτο βάθρο του εκεί πέραΤ’ άψυχο γέλιο του σκορπάειΜες στην αχνήν ημέρα.

∗ ∗ ∗

TON πόνο σου δεν έλιωσανΤόσοι καιροί και χρόνοι!Για σένα ακόμα στην ερμιά,Για σένα κλαίει το αηδόνι.

Και πέφτουνε στο διάβα σουΤα ρόδα μαδημέναΚαι τα δαφνόκλαδα ξεράΚαι τα τραγούδια νεκρωμένα,

Και μοιρολόγια γένονταιΤριγύρω σου τα γέλιαΚαι τα δροσάνθια πνίγονταιΜες στα χλωμά ασφοδέλια,

Και σβήνουν οι αχνοί ίμεροιΑγάπης μαραμένης—Ψυχή που κλαις τριγύρω μουΚαι μέσα μου πεθαίνεις —

Και σμίγουν με το κλάμα σουΜες στην ερμιά του κόσμουΤης πλάσης το παράπονοΚι ο απόκρυφος καημός μου!

∗ ∗ ∗

Σε αγάπησα, σγουρόμαλλο,Ξανθό μου παλικάρι,Και σε λιμπίστηκα χλωρόΤου ονείρου μου βλαστάρι.

Κι είδα παντού στο διάβα σουΡόδα τη γης να βγάνειΚι εβύζαξα στα χείλη σουΤου πόθου το βοτάνι,

Κι άπλωσα σαν αγράμπεληΤη νιότη μου στην αγκαλιά σουΚι έπλεξα γύρω τ’ άνθια τηςΣτεφάνι στα μαλλιά σου.

Μα απ’ το γλυκό μου τ’ όνειροΞυπνώντας μιαν ημέραΞάνοιξα τ’ άνθια μου ξεράΚαι σκόρπια στον αγέρα

Και μαδημένο μιαν αυγήΤο σο’ ‘πλεξα στεφάνιΚαι τώρα, οϊμένα, πού να βρωΤης Λήθης το βοτάνι;

∗ ∗ ∗

ΠΙΚΡΟ τραγούδι γύρω μουΛαλεί και δε σωπαίνει·Εκεί στα ρόδα τα στερνάΜια πεταλούδα αργοπεθαίνει.

Πικρό τραγούδι μέσα μουΒαθιά, κρυφά ανασαίνει·Κρυφό σαράκι ολόγυραΤρίζει και δε σωπαίνει.

Πικρό τραγούδι γύρω μουΘρηνεί και δε σωπαίνει·Μια αράχνη στ’ άφυλλα κλαδιάΤ’ αρπάγια της υφαίνει.

Πικρό τραγούδι μέσα μουΒουβά, κρυφά ανασαίνει:Στον αργαλειό της μια ξανθήΤο σάβανο σου υφαίνει…

∗ ∗ ∗

ΨΥΧΗ που εχάθης κι έσβησεςΣτο αθάνατο σκοτάδι,Ή σέρνεσαι ήσκιος άλιωτοςΣτο ασφοδελό λιβάδι,

Δεν είναι μόνο μια ευωδιάΣτα ρόδα, στα λουλούδια,Ούτε ένα κλάμα των πουλιώνΜονάχα τα τραγούδια.

Μα κάτι πλέον βαθύτεροΜε τη ζωή σε δένει·Κάποιο κρυφό που ολόγυραΣε κλαίει και δε σωπαίνει.

Κάτι μαζί σου πο’ ‘λιωσεΚι εσβήστηκε κι εχάθη,Μα πάντα κλαίγει ακοίμητοΜες στης ψυχής τα βάθη.

∗ ∗ ∗

ΣΑΝ όνειρο φανίστηκεςΜες στη βαθιά ερημία,Μες στη στρογγυλοφέγγαρηΦωτοχυσία.

Γύρω κοιμούνταν τα νερά,Σωπαίναν τα τραγούδια,Γύρω ονειρεύονταν βαθιάΤα μαραμένα τα λουλούδια.

Και δεν ανάστησε ούτε μιαΠνοή το πέρασμά σου,Η πλάση ολόγυρα βουβήΚι αχνή σαν τη θωριά σου.

Μονάχα στα ξερόφυλλαΘλιμμένο αχό ξυπνούσεςΚαι σέρνονταν κατόπι σουΚαθώς αργά περνούσες

Βαρύς, βουβός ο ήσκιος σουΜες στη βουβή ερημία,Μες στη στρογγυλοφέγγαρηΦωτοχυσία.

∗ ∗ ∗

ΚΑΙ στα λυμένα σου μαλλιά,Τρελές φωτολαμπίδες,Πετούσαν γύρω κι έπαιζανΤου φεγγαριού οι αχτίδες.

Και μια άχνα απάνω απ’ τα νεράΚαι γύρω σου απλωμένη,Σ’ είχε σα σάβανοΠεριζωμένη.

Και μαραμένα και χλωμά,Χλωμά ως η θύμηση σου,Μαδούσανε στο δρόμο σουΤα ρόδα της ψυχής σου.

Κι ολοευωδιάζαν μέσα μουΚαι τον αγέρα μοσκοραίναν·Και κλαίγαν, καθώς γύρω σουΣα σκιάχτρα αργοδιαβαίναν,

Μιας μαραμένης άνοιξηςοι πεθαμένες μέρες,Τ’ αηδόνια που βουβάθηκανΚι oι ραγισμένες οι φλογέρες.

∗ ∗ ∗

ΣΤΟ λόγο μ’ έσυρε η ΤριοδίτισσαΚαι μο’ ‘δειξε ένα μονοπάτιΚαι μπήκα εκεί γυρεύονταςΜιας μάγισσας παλάτι.

Μου είπαν που ανθούν στον κήπο τηςΤ’ αθάνατα βοτάνιαΚαι πάω για την αγάπη μουΝα πλέξω αμάραντα στεφάνια.

Και τρέχω μέρες άσωστεςΚαι τα γυμνά ποδάριαΜατώνω απάνω στους γκρεμούς,Στων βράχων τα στουρνάρια,

Και τ’ αχαμνά τα δάχτυλαΞεσκίζω στ’ άγρια βάταΠου απλώνονται ολογύρα μουΛευκούς ανθούς γιομάτα,

Κι η νύχτα πέφτει ολόμαυρηΚι ατέλειωτο είν’ το μονοπάτιΚαι χάνεται στα τρίσβαθαΣκοτάδια το παλάτι!

∗ ∗ ∗

ΧΛΩΜΟΙ κισσοί και κύτισοιΚαι θύρσοι ανθοπλεμένοιΚαι στέφανοι από σέλιναΤριγύρω σκορπισμένοι.

Και δάκρυα πίσω βρέχουνεΣτου δρόμου σου τ’ αχνάριαΤον άμμο της ακρογιαλιάς,Των λόφων τα θυμάρια.

Και στον αγέρα αντιλαλούνΛύδιοι αυλοί και θρήνοιΚαι νεκρικά στολίδια σουΚρόκοι μαδούν και κρίνοι

Και πέφτουν τ’ άνηθα ξεράΚαι των αγρών τα στάχυαΚαι κλαιν τ’ αηδόνια στις φωλιέςΚαι τα νερά στα βράχια,

Και μοιρολόγια οι λυγερέςΣου λεν κι oι θεριστάδες,Και γύρω τ’ άστρα ανάβουνεΓια νεκρικές λαμπάδες.

∗ ∗ ∗

ΟΪΜΕ, η ψυχή μου, πο’ ‘στησενΗ λύπη μέσα θρόνο,Γύρω στην άνανθην ερμιάΤρυγάει πικρόν τον πόνο.

Και φεύγει μαυροφόρετοςΚαι θλιβερός διαβάτηςΚαι κλαίνε, κλαίνε τα πουλιάΠαντού στο πέρασμά της

Και κλαίγει μες στη λαγκαδιάΚι η τραγουδίστρα η βρύσηΤη μαραμένη αγράμπεληΖητώντας ν’ αναστήσει.

Και στο γιαλό, που ολόξανθεςΚάποτε παίζανε Σειρήνες,Σταλάζουνε σα δάκριαΤου φεγγαριού οι αχτίνες

Και μέσα στην αχνή νυχτιάΚαι μέσα στο νεκρόν αγέρα,Ψυχή, για σένα είναι που κλαίειΚι η απόκρυφη φλογέρα.

∗ ∗ ∗

ΚΑΙ το βαθύν τον ύπνο σουΜια κρύα σιγή τυλίγειΣα σάβανο· μια κρύα αυγήΠου κάθε ανάσα πνίγει.

Κι ούτε μιαν αύρα τα νεκράΛουλούδια δε σαλεύειΚι ούτε ένας ήχος τραγουδιούΤα ονείρατά σου δε χαϊδεύει.

Το αχνό φεγγάρι θλιβεράΜόνο φωτάει την ομορφιά σουΚαι πλέγει νεκροστέφανοΤριγύρω στα μαλλιά σου.

Κι εγώ σκυφτός απάνου σου,Του κάκου ν’ αντηχήσειΠροσμένω ένα κελάηδισμαΜε την αυγή να σε ξυπνήσει.

Είναι η νυχτιά αξημέρωτηΚι οϊμένα, αγέλαστη είναι η ΜοίραΚαι πεθαμένη η άνοιξηΚι είναι βουβά τ’ αηδόνια γύρα.

∗ ∗ ∗

ΔΙΑΒΑΙΝΕΙΣ και λιβάνισμαΣτο δρόμο σου ο καημός μουΣκορπιέται νέφαλον αχνόΜες στην ερμιά του κόσμου.

Και τ’ άνθια, όπου στο διάβα σουΝεκρά τ’ αφήνεις πίσω,Του κάκου με τα δάκρυά μουΖητάω ναν τ’ αναστήσω.

Και γύρω το παράπονοΚαι τα φτωχά τ’ αηδόνια παίρνειΚι αργό η φλογέρα και βαρύΤο μοιρολόγι σέρνει.

Και χάνεσαι αχνοφάντασμαΣτο νυχτωμένο δάσο·Και τρέχω, τρέχω πίσω σουΤον ήσκιο σου να φτάσω,

Και τρέχω και λιβάνισμαΣτο δρόμο σου ο καημός μουΣκορπιέται μαύρο νέφαλοΜες στην ερμιά του κόσμου…

∗ ∗ ∗

Aπ’ τον τρανό σου τον καημόΚι εμένα ο πόνος μου γεννήθηΚαι κλαίει σα στάλαμα κρυφόΜες στης ερμιάς τα βύθη.

Και μες στην αγριοθάλασσα,Που πέρα απέραντη βογκάει,Ρυάκι τα κλαψιάρικαΝερά να σμίξει πάει.

Και στο θολό του πέραμαΓύρω τα ρόδα σου τινάζουνΚαι τα ξερόφυλλα βαρύνΤον πόνο τους σωριάζουν

Και σμίγουν το θλιμμένο τουςΣκοπό και παν αντάμαΜακριά στην πικροθάλασσαΤο ατέλειωτό τους κλάμα

Και σέρνονται και δέρνονταιΣτα ασύμπονά σου στήθη,Ω μάνα, που απ’ τον πόνο σουΚι εμέ ο καημός γεννήθη!

∗ ∗ ∗

ΚΑΙ τα σκορπάω στο διάβα σουΧλωμά και μαραμέναΤ’ άνθια που σε στεφάνωσανΧλωρά κι ευωδιασμένα.

Και τα τραγούδια που γλυκάΚελάηδησαν στ’ αυτιά σουΒουβά τώρα κι αξύπνηταΚι αυτά στο πέρασμά σου.

Του πόνου παρακλώναραΚαι του καημού βλαστάρια…Σάρωσε στρώμα ο θεριστήςΤων κάμπων τα σιτάρια

Και τα περβόλια μάδησανΚι ερήμαξαν τ’ αμπέλια·Και τώρα είναι άχαρους κισσούςΚαι θλιβερά ασφοδέλια

Όπου τρυγάει η αγάπη μουΝα πλέξει σου στεφάνιΚαι να σκορπίσει γύρω σουΤο δρόμο σου να ράνει.

∗ ∗ ∗

ΚΑΙ σε καλώ και κράζω σεΚι ανοίγω την αγκάληΠου έναν καιρόν ανάπαψεςΤ’ ολόχλωμο κεφάλι

Και στέλνω το τραγούδι μουΠου σ’ είχε νανουρίσειΤον ξεχασμένον το σκοπόΠάλε να ‘ρθεί να σου λαλήσει,

Μα φεύγεις, φεύγεις στην ερμιάνΌπου ο βοριάς σαρώνειΤα φύλλα που ο χινόπωροςΝεκρά στα δάση στρώνει.

Και χάνεσαι· και δε γρικάςΣτο γοργοπέρασμά σουΤον πόνο που τραγούδησεΜια μέρα τη χαρά σου

Και μόνον απ’ τα τρίσβαθαΤης ερημιάς, οϊμένα,Μου στέλνει πίσω ο αντίλαλοςΤο θρήνο μου θλιμμένα.

∗ ∗ ∗

ΚΑΙ κλαίγει ολόγυρα ο βοριάςΚαι κλαιν τα δάση πέραΚαι κλαίνε, κλαίνε τα πουλιάΜες στην αχνήν ημέρα

Και πέφτουν, πέφτουνε νεκρά,Σωρός τα φύλλα χάμουΚαι κάτι σβήνει μέσα μου,Κάτι πεθαίνει ολόγυρά μου

Κι αντιλαλεί το κλάμα τουΚαι σέρνεται ο καημός μουΠαράπονον ασώπαστοΜες στην ερμιά του κόσμου…

Comments

Loading comments…